γονότυπος

γονότυπος
ο
το σύνολο τών κληρονομικών ιδιοτήτων ενός οργανισμού οι οποίες περιέχονται στα χρωματοσώματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • γενότυπος — ο ο γονότυπος …   Dictionary of Greek

  • γονίδιο — Διακεκριμένη κληρονομική μονάδα, διατεταγμένη σε γραμμική μορφή κατά μήκος των χρωμοσωμάτων, που καθορίζει τα χαρακτηριστικά ενός οργανισμού. Το καθένα από τα γ. είναι ο κληρονομικός παράγοντας, υπεύθυνος για κάποιο χαρακτηριστικό ή λειτουργία.… …   Dictionary of Greek

  • κληρονομικότητα — Μεταβίβαση των χαρακτήρων ενός ατόμου στις επόμενες γενιές, η οποία πραγματοποιείται με τη σύζευξη των γεννητικών κυττάρων (γαμέτες) των γονέων και την ανάμειξη του γενετικού τους υλικού. Η μεταβίβαση αυτή ακολουθεί καθορισμένους νόμους, που… …   Dictionary of Greek

  • φαινοαποκλίνων — ούσα, ον, Ν φρ. «φαινοαποκλίνον άτομο» βιολ. άτομο που αποκλίνει φαινοτυπικά από το πρότυπο, τον κυρίαρχο φαινότυπο τού πληθυσμού, εξαιτίας τού ότι ο γονότυπός του περιλαμβάνει ειδικούς γονιδιακούς συνδυασμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ.,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”